Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σαγηνεύω
- απόδοση: ασκώ ακατανίκητη έλξη σε άτομο ή σύνολο παρασύροντας δια της γοητείας μου / γοητεύω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον σαγηνεύει το προκλητικό κορμί της





