Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σηματοδοτώ
- απόδοση: δίνω την ιδιαίτερη φυσιογνωμία πράγματος ή καταστάσεως / δίνω το στίγμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το σκάνδαλο σηματοδότησε εις το έπακρον τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας





