Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προτρέπω
- απόδοση: ενισχύω τη διάθεση ή την τάση κάποιου να πράξει ή να τολμήσει κάτι / παρακινώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον προέτρεψε να παρακολουθήσει τη σχολή εμποροπλοιάρχων





