Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κυοφορώ
- απόδοση: φέρω έμβρυο στην κοιλία / προκειμένου για κάτι που ευρίσκεται σε στάδιο εξελικτικό & δεν έχει ακόμη εμφανισθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κυοφορεί δίδυμα σε προχωρημένο στάδιο





