Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαλαλώ
- απόδοση: φωνάζω κατά τρόπο ώστε να ακουστώ το δυνατόν μακρύτερα / διατυμπανίζω / διαδίδω κάτι κατά τρόπο στομφώδη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
γιατί απορείτε το πώς διαδόθηκε αφού ο ίδιος όπου βρεθεί το διαλαλεί
όπου κι αν βρεθεί διαλαλεί τα κατορθώματά του
το πρωί πέρασε από την γειτονιά ένας υπαίθριος πωλητής προφανώς αθίγγανος διαλαλώντας το εμπόρευμα





