Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμένω
- απόδοση: κατοικώ κάπου / μένω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαμένει…
λ σε δρόμο με έντονη κοσμική κίνηση
λ σε ένα ταπεινό υπερώο από το οποίο απολαμβάνει εντυπωσιακή θέα
λ σε πολυτελές οίκημα της παραλιακής εξόδοις μας
λ σε πολυτελές προάστιο της πρωτεύουσας
λ στην Κηφισιά έκπαλαι
λ στην πατρική οικία





