Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαμορφώνω
- απόδοση: δίνω μορφή / σχηματίζω / διαπλάθω πνευματικά ή ηθικά / αποκτώ γνώμη ή άποψη επί ενεργειών που προηγήθηκαν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδίκως αναλώνεστε διότι στην ηλικία που βρίσκεται έχει πλέον διαμορφώσει τον οριστικό χαρακτήρα
αδυνατώ να διαμορφώσω γνώμη επί του προκύψαντος θέματος
κατ΄ αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκε το 'βαλκανικό τοπίο' με ότι συνεπάγεται αυτό για την εξωτερική πολιτική





