Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διανύω
- απόδοση: εξελίσσω τον εαυτόν σε ορισμένο χρονικό διάστημα / κινούμαι από τη μία άκρη στην άλλη συγκεκριμένης διαδρομής σε ορισμένο τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διανύει…
λ την χειρότερη περίοδο της ζωής του
λ το δέκατο έτος της ηλικίας του
λ το εικοστό έτος λειτουργίας ως τηλεοπτικός σταθμός
διανύουμε…
λ περίοδο διορθωτικών βελτιώσεων της ζωής μας
λ περίοδο που περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία μίας εθνικής κρίσεως
λ την εποχή του χάους





