Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαπνέομαι
- απόδοση: επηρεάζομαι έντονα από κάτι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαπνέεται από αγάπη > φιλικά αισθήματα > υπέρμετρο πατριωτισμό
διαπνέεται από αγάπη > φιλικά αισθήματα > υπέρμετρο πατριωτισμό

