Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαπράττω
- απόδοση: εκτελώ αξιόποινη πράξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διέπραξε…
λ ανοησία απερίγραπτη στα χρονικά
λ εκουσίως & ενσυνειδήτως το αδίκημα της λαθροχειρίας
λ ουκ ολίγα ατοπήματα
λ το αμάρτημα της μοιχείας
λ φόνο κατά το μακρινό παρελθόν





