Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περιφρονώ
- απόδοση: δεν εκφράζω εκτίμηση ή σεβασμό / εκδηλώνω αδιαφορία σε άτομο ή σε κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πολεμιστές που περιφρονούν πλήρως τον θάνατο





