Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαπρέπω
- απόδοση: έχω επιτυχία σε ορισμένο τομέα & φήμη περί αυτού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
άπαντες τον αποδέχονται ως διαπρέψαντα κατά το παρελθόν δημοσιογράφο
διαπρέψας στην ιατρική κατά τους Βυζαντινούς Χρόνους
διέπρεψε ως επιχειρηματίας στην Αίγυπτο
χαρακτήρας που διαπρέπει σε ατομικισμό & αριστεύει σε ιδιοτέλεια
διαπρέπει…
λ εις το εξωτερικόν ως δικηγόρος
λ στα γράμματα παράγοντας μνημειώδες έργο
λ στην αρχιτεκτονική απασχολούμενος με μεγάλα δημόσια έργα
λ ως σχεδιαστής κοσμημάτων
λ ως χαμαιλέων





