Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασαλεύω
- απόδοση: προκαλώ αναστάτωση κυρίως στη δημόσια τάξη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ακραίοι διαδηλωτές διασάλευσαν επικινδύνως την έννομη τάξη
ικανός να σου διασαλεύσει την ηρεμία σε χρόνο μηδέν
προφανής ο κίνδυνος να διασαλευθεί η καθημερινότητα από τη δράση κουκουλοφόρων





