Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διασκελίζω
- απόδοση: κάνω μεγάλο βήμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έφυγε διασκελίζοντας με κατεύθυνση προς το γραφείο του
έφυγε διασκελίζοντας με κατεύθυνση προς το γραφείο του

