Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διατάσσω
- απόδοση: ως συμπεριφορά καθεστώτος ηγέτη & αυταρχικού ανθρώπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αποφασίζομεν & διατάσσομεν
διατάχθηκε προφυλάκιση των υπόπτων
διέταξε υποχώρηση
ο εισαγγελέας διέταξε τη σύλληψή του
το επιτελείο διέταξε επίθεση κατά μέτωπο





