Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διατελώ
- απόδοση: βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση / ήμουν ή υπήρξα σε αξιωματική θέση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διετέλεσε…
λ αρχισυντάκτης της Καθημερινής
λ βουλευτής της Ένωσης Κέντρου
λ διοικητής της 12ης Μεραρχίας με το βαθμό του αντιστράτηγου
λ ιεραπόστολος στην Κεντρώα Αφρική
λ κηδεμόνας του κατά τα μαθητικά χρόνια
λ κοινοτάρχης επί σειρά ετών
λ σύζυγος της εν λόγω κυρίας





