Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφεύγω
- απόδοση: κατορθώνω να ξεφύγω / δραπετεύω ή εγκαταλείπω τη χώρα / αδυνατώ να ανακαλέσω από τη μνήμη / κάτι που περνά απαρατήρητο & δεν γίνεται αντιληπτό / υγρό ή αέριο που βρίσκει διέξοδο από περιορισμένο χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διέφυγε…
λ στο εξωτερικό μετά των συμπραττόντων μετ΄ αυτού
λ τη σύλληψη από καθαρή τύχη
λ της επιτήρησης
λ της καταδίωξης των αστυνομικών οργάνων
λ της προσοχής του
λ της σκέψεως
λ του αστυνομικού κλοιού
λ του κινδύνου > τον κίνδυνο





