Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαφοροποιούμαι
- απόδοση: επισημαίνω υπάρχουσα διαφορά / διακρίνω τη διαφορά ενός πράγματος ή μίας έννοιας / παρουσιάζω διαφορετική θέση σε σχέση με ίδιες παλαιότερες ή με κάποιου άλλου προσώπου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαφοροποιήθηκε πλήρως σε σχέση με τους λοιπούς μελετητές
προσφάτως διαφοροποιήθηκε εντελώς επί των απόψεών του





