Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διεκδικώ
- απόδοση: απαιτώ κυριότητα πράγματος που κατέχει άλλος ή που προβάλλει αξιώσεις επ΄ αυτού με χρήση νομικών μέσων / απαιτώ κάτι οφειλόμενο / επιδιώκω να πετύχω προσδιορισμένο στόχο ανταγωνιζόμενος άλλο πρόσωπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατέφυγε σε νομικά μέσα διεκδικώντας την πατρική περιουσία από θρασύτατο καταπατητή
διεκδικεί…
λ βουλευτική έδρα σε επαρχία της Κρήτης
λ πάτρια εδάφη
λ ποσοστό κέρδους ως μεσιτεία
λ την πατρότητα της ευρεσιτεχνίας με νομικά μέσα
λ την πρωτοκαθεδρία
λ τον άρτον τον επιούσιον





