Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δικαιούμαι
- απόδοση: έχω το νόμιμο δικαίωμα να απαιτήσω κάτι / το οφειλόμενο ή επιτρεπόμενο να συμβεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δικαιούται…
λ αδείας εγκυμοσύνης
λ αδείας μετ΄ αποδοχών > άνευ αποδοχών
λ αναπαύσεως
λ αποζημίωσης
λ αυξήσεως μισθού
λ δανείου με επιδοτούμενο επιτόκιο
λ διακοπών
λ διασκεδάσεως
λ επιδόματος ανεργίας > απορίας > πολυτέκνου
λ επιδοτήσεως
λ ευεργετικών μέτρων ως παλιννοστών
λ ιατροφαρμακευτική περίθαλψη
λ παροχών ως πολύτεκνος
λ στεγαστικού δανείου





