Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δρασκελώ
- απόδοση: περνώ πάνω από εμπόδιο με πήδημα ή με μεγάλο άνοιγμα των σκελών
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δρασκέλισε προκειμένου να παρακάμψει το εμπόδιο
δρασκέλισε προκειμένου να παρακάμψει το εμπόδιο

