Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυσφορώ
- απόδοση: αισθάνομαι δυσφορία από δυσάρεστη ή ενοχλητική κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανά τα πέρατα της χώρας οι πολίτες δυσφορούν με τα νέα φορολογικά μέτρα
ώρες ώρες δυσφορώ με την πολυλογία του





