Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διαιτώ
- απόδοση: ακολουθώ δίαιτα / διαβιώ με κάποιον τρόπο / είμαι διαιτητής ή κριτής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διαιτάται με άφθονα χορταρικά & ποικιλία ψαριών των ανοικτών θαλασσών
διαιτώμαι με πολλά & ελαφρά γεύματα απέχων του κρέατος





