Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναδημιουργώ
- απόδοση: δημιουργώ από την αρχή κάτι το φθαρμένο ή με χαμένη τη ζωτικότητα / αναβιώνω / αναζωογονώ / ανακατασκευάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως αρχιτέκτων επιτηδεύεται στο να αναδημιουργεί κτίρια με άριστο αποτέλεσμα





