Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγγυοδοτώ
- απόδοση: προβαίνω σε πράξη παροχής εγγυήσεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγγυοδότησε υπέρ του δανειολήπτη & αναμένεται η εκταμίευση του δανείου
εγγυοδότησε υπέρ του δανειολήπτη & αναμένεται η εκταμίευση του δανείου

