Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγγυώμαι
- απόδοση: παρέχω διαβεβαίωση αναλαμβάνοντας την ευθύνη επί οικονομικών υποχρεώσεων ή την τήρηση συμφωνίας σύμβασης ή συνθήκης / διαβεβαιώνω αναλαμβάνοντας την ηθική υποχρέωση / για ό,τι μας επιτρέπει να θεωρούμαι κάτι απόλυτα βέβαιο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγγυώμαι προσωπικά δια την περαιτέρω συμπεριφορά του





