Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ευτελίζω
- απόδοση: μειώνω το κύρος την ηθική υπόσταση την πνευματική αξία ατόμου ή συνόλου / εξευτελίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
στις μέρες μας ευτελίζονται βαθμηδόν οι αξίες ζωής





