Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνασπίζω
- απόδοση: ενώνω δυνάμεις προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος κοινός σκοπός / σχηματίζω συνασπισμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πλήθος λαών συνασπίσθηκαν εναντίον του Γ΄ Ράιχ





