Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγείρω
- απόδοση: προβάλλω αξιώσεις / αξιώνω / διεκδικώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
παρά την κόπωση των ημερών εγέρθηκα λίαν πρωί
το Βελιγράδι ήγειρε θέμα περί Μακεδονικού εκ νέου
εγείρει…
λ αγωγή εις βάρος του διεκδικώντας σοβαρό ποσό ως αποζημίωση για λόγους ψυχικής οδύνης
λ απαιτήσεις επί της περιουσίας ως αναγνωρισμένο εξώγαμο
λ θέμα Θρακικό εκ του μη όντος





