Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εγκαταλείπω
- απόδοση: αφήνω κάτι αδιαφορώντας για το μέλλον του / απομακρύνομαι από κάπου παύοντας να βρίσκομαι κοντά του & να το υποστηρίζω / απομακρύνομαι από κάπου για να αποφύγω κίνδυνο / αφήνω μία θέση ενώ ως πράξη απαγορεύεται / παύω να ασχολούμαι ή να χρησιμοποιώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εγκατέλειψε τη σκοπιά ενσυνειδήτως
εγκατέλειψε εαυτόν & εξελίχθηκε σε ένα υπέρβαρο άτομο
οι οπαδοί άρχισαν να τον εγκαταλείπουν
την εγκατέλειψε προς χάριν της νεαρής γραμματέας του
ως πλοίαρχος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το πλοίο





