Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εδραιώνω
- απόδοση: ενισχύω κάτι ούτως ώστε να καταστεί ακλόνητο σταθερό & αδύνατο να φθαρεί ή να μεταβληθεί
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εδραιώνεται η φημολογία απομάκρυνσής του από το πρωθυπουργικό αξίωμα
φρόντισε να εδραιώσει τη θέση του





