Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εισακούω
- απόδοση: ακούω το αίτημα κάποιου & δέχομαι να το εκπληρώσω / συμβουλή ή υπόδειξη που λαμβάνω υπ’ όψιν & κρίνω πως πρέπει να εφαρμόσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ότι & να πει δεν εισακούεται πλέον
παρέλειψε να εισακούσει τις προτάσεις μου & υπέστη μεγάλη ζημία





