Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εισχωρώ
- απόδοση: κινούμαι προς το εσωτερικό / εισέρχομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εισχώρησε εις το αιδοίον της εκ των όπισθεν
στρατιωτική δύναμη κατόρθωσε να εισχωρήσει επί εχθρικού εδάφους





