Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκδίδω
- απόδοση: φροντίζω κείμενο να λάβει μορφή εντύπου αναπαραγόμενο σε πλήθος αντιτύπων προκειμένου να δοθεί στη δημοσιότητα / επιμελούμαι χειρόγραφα ή παλαιά έντυπα ώστε να αποκατασταθούν αυτά / συντάσσω επίσημο έγγραφο / παραδίδω πρόσωπο που βαρύνεται με κατηγορία ή καταδίκη στις αρχές άλλης χώρας / ωθώ εις την πορνεία προς ίδιον όφελος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληροφορήθηκα ότι εκδίδεται επί χρήμασι
επιτέλους εξέδωσε ποιητική συλλογή που προετοίμαζε επί χρόνια
ζήτησε την έκδοση πιστοποιητικού γεννήσεως
με απόφαση των συναρμόδιων υπηρεσιών εκδόθηκε στις Αιγυπτιακές Αρχές
το εν λόγω ιστορικό έργο έχει εκδοθεί εις δύο τόμους





