Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκκοσμώ
- απόδοση: στολίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκκοσμεί…
λ εαυτόν επιμελώς προ της εξόδου
λ τον οίκον του διαθέτων άφθονο χρόνο
λ εαυτόν επιμελώς προ της εξόδου
λ τον οίκον του διαθέτων άφθονο χρόνο
εκκοσμεί…
λ εαυτόν επιμελώς προ της εξόδου
λ τον οίκον του διαθέτων άφθονο χρόνο

