Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκλείπω
- απόδοση: παύω να υπάρχω / χάνομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχει εκλείψει…
λ πλήθος αγαθών από την αγορά λόγω του ό,τι δεν ζητούνται
λ προ πολλού από το προσκήνιο της καλλιτεχνικής ζωής
εξέλιπαν…
λ οι λόγοι της απαγόρευσης της κυκλοφορίας
λ οι λόγοι της πολιτικής επιστράτευσης
εξέλιπε…
λ κάθε ελπίδα για την ανεύρεση επιζώντων του ναυαγίου
λ κάθε κίνδυνος νέας σεισμικής δονήσεως
λ οποιαδήποτε απειλή εξ ανατολών





