Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπίπτω
- απόδοση: χάνω υψηλή θέση ή αξίωμα / απώλεια δικαιώματος ηθικών αξιών / το αφαιρούμενο από το τελικό ποσό λογαριασμού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το παρόν αγαθό δεν εκπίπτει του φόρου
εξέπεσε του βουλευτικού αξιώματος
ζούμε σε εποχή παρακμής όπου οι ηθικές αξίες έχουν εκπέσει τραγικά
η μητέρα εκλήθη να αναλάβει την επιτροπεία των ανήλικων τέκνων διότι ο πατέρας εξέπεσε της πατρικής εξουσίας
πρόκειται για δαπάνη η οποία εκπίπτει του ετήσιου εισοδήματος





