Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπλειστηριάζω
- απόδοση: εκποιώ με πλειστηριασμό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η Τράπεζα πρόκειται να εκπλειστηριάσει ακίνητη περιουσία του εντός μηνός
η Τράπεζα πρόκειται να εκπλειστηριάσει ακίνητη περιουσία του εντός μηνός

