Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
υπερυψούται
- απόδοση: για κάτι το ευρισκόμενο σε στάθμη ή επίπεδο πέραν του κανονικού
- ρήμα: υπερυψώνω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η γιγαντιαία σημαία υπερυψούται του κτιρίου





