Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πιθανολογώ
- απόδοση: παρουσιάζω κατάσταση ως πιθανή / ομιλώ βασιζόμενος σε πιθανότητες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
σε δημοσιογραφικούς κύκλους πιθανολογούν οι αναλυτές την παραίτηση του Υπουργού Εσωτερικών





