Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκπροσωπώ
- απόδοση: ενεργώ εξ ονόματος & για λογαριασμό φυσικού ή νομικού προσώπου / είμαι εκφραστής κάποιας αντίληψης ή ιδεολογίας / εκφράζω πηγή εξουσίας με αρμοδιότητα να την εφαρμόζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της ιδιότητός του εκπροσωπεί το νόμο
εκπροσωπεί εν Ελλάδι ενδιαφερόμενους επενδυτές της Άπω Ανατολής
εκπροσώπησε επαξίως τη γενεά του ως ποιητής του έρωτα





