Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκστομίζω
- απόδοση: εκβάλλω εκ του στόματος / ξεστομίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εκστόμισε απειλές προς πάσα κατεύθυνση
όπου & εκστόμισε την περίφημη χοντράδα εις βάρος της συζύγου του





