Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τελειοποιώ
- απόδοση: το να βελτιώνω συστηματικά κάτι ώστε να προσεγγίσει την τελειότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το νεώτερο μοντέλο είναι απίστευτα τελειοποιημένο





