Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναλώνω
- απόδοση: φθείρω σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις προκειμένου να πετύχω κάποιο σκοπό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αναλώνει την καθημερινότητά του στην φροντίδα των γερόντων γονέων του





