Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ισχνοφωνώ
- απόδοση: μιλώ ιδιαίτερα σιγά / ψιθυρίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
όταν εκμυστηρεύεται λεπτής φύσεως θέματα ισχνοφωνεί σε σημείο που δεν γίνεται αντιληπτό το τι λέει





