Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ικετεύω
- απόδοση: εκλιπαρώ για βοήθεια / προκαλώ συγκίνηση & συναισθήματα λύπης σε κάποιον προκειμένου να μου προσφέρει αυτό που μου είναι απαραίτητο ή χρήσιμο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον συγκίνησε η γριά ζητιάνα που ικέτευε για λιγοστά χρήματα





