Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
απαθανατίζω
- απόδοση: διατηρώ στη μνήμη συγχρόνων ή μεταγενεστέρων ατόμων κάτι "ζωντανό" δια μέσου της τέχνης ή τεχνικών μέσων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φωτογράφισε το αστείο στιγμιότυπο απαθανατίζοντας μία στιγμή της ζωής του





