Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμπλουτίζω
- απόδοση: αυξάνω την ποικιλία των απαρτιζόμενων στοιχείων σε κάτι καθιστώντας αυτό πλουσιότερο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τελευταία εμπλούτισε την ιδιωτική βιβλιοθήκη του με πλήθος λεξικών





