Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επαναπαύω
- απόδοση: προκαλώ κατάσταση επανάπαυσης σε κάποιον / δεν ενεργώ διότι στηρίζομαι σε άτομο ή κατάσταση / αρκούμαι σε κάτι που έχω ή διαθέτω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επαναπαύεται στην συνδρομή φιλικού προσώπου παραμένοντας αδρανής





