Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσφεύγω
- απόδοση: απευθύνομαι σε κάποιον προκειμένου να μου δοθεί εκ μέρους του βοήθεια / ενεργώ δια προσφυγής
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κυβέρνηση αποφάσισε να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για την επίλυση του προβλήματος με την γείτονα χώρα





